Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013




I love this, because how many times do gen ed kids question why a student gets something they don't get. Here's a poster defining what fair means in the classroom.

From: ''Why Schools Don't Educate''
by John Taylor Gatto

John Taylor Gatto accepting the New York City Teacher of the Year Award on January 31st, 1990.

...The truth is that schools don't really teach anything except how to obey orders. This is a great mystery to me because thousands of humane, caring people work in schools as teachers and aides and administrators but the abstract logic of the institution overwhelms their individual contributions. Although teachers do care and do work very hard, the institution is psychopathic - it has no conscience. It rings a bell and the young man in the middle of writing a poem must close his notebook and move to different cell where he must memorize that man and monkeys derive from a common ancestor.

...It is absurd and anti-life to be part of a system that compels you to sit in confinement with people of exactly the same age and social class. That system effectively cuts you off from the immense diversity of life and the synergy of variety, indeed it cuts you off from your own part and future, scaling you to a continuous present much the same way television does.
It is absurd and anti-life to be part of a system that compels you to listen to a stranger reading poetry when you want to learn to construct buildings, or to sit with a stranger discussing the construction of buildings when you want to read poetry.
It is absurd and anti-life to move from cell to cell at the sound of a gong for every day of your natural youth in an institution that allows you no privacy and even follows you into the sanctuary of your home demanding that you do its "homework".

...Two institutions at present control our children's lives - television and schooling, in that order. Both of these reduce the real world of wisdom, fortitude, temperance, and justice to a never-ending, non-stopping abstraction. In centuries past the time of a child and adolescent would be occupied in real work, real charity, real adventures, and the realistic search for mentors who might teach what you really wanted to learn. A great deal of time was spent in community pursuits, practicing affection, meeting and studying every level of the community, learning how to make a home, and dozens of other tasks necessary to become a whole man or woman.
Right now we are taking all the time from our children that they need to develop self-knowledge. That has to stop. We have to invent school experiences that give a lot of that time back, we need to trust children from a very early age with independent study, perhaps arranged in school but which takes place away from the institutional setting. We need to invent curriculum where each kid has a chance to develop private uniqueness and self-reliance.

...Does that worry me? Of course, but I am confident that as they gain self-knowledge they'll also become self-teachers - and only self-teaching has any lasting value.

...We've got to give kids independent time right away because that is the key to self-knowledge, and we must re-involve them with the real world as fast as possible so that the independent time can be spent on something other than more abstraction. This is an emergency, it requires drastic action to correct - our children are dying like flies in schooling, good schooling or bad schooling, it's all the same. Irrelevant.

Forest nursery schools in Germany- that sounds fantastic!


Ένα άρθρο για τους γονείς:

Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που ταλανίζουν το πολύπαθο χώρο της εκπαίδευσης είναι και η στάση των γονέων όσον αφορά τη προετοιμασία των παιδιών (διάβασμα) για το σχολείο. Το φαινόμενο αυτό όσο περνάνε τα χρόνια τείνει να γίνει πιο έντονο.

     Ο γονέας λοιπόν είναι η πρώτη μορφή παραπαιδείας στην οποία συνηθίζει ένα παιδί και φυσικά ένας από τους βασικότερους λόγους που αργότερα ,όταν ο γονέας αδυνατεί πλέον να στηρίξει μαθησιακά το παιδί ,έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο το φροντιστήριο ή το ιδιαίτερο μάθημα. Οι γονείς πρέπει να καταλάβουν ότι αυτό που κάνουν έχει πολλές αρνητικές επιπτώσεις .

      Καταρχάς έχουμε ακύρωση του εκπαιδευτικού έργου του δασκάλου ή του καθηγητή. Τα παιδιά αντί να σκέφτονται « πρέπει να προσέξω στο μάθημα γιατί εδώ είναι το μόνο μέρος για να μάθω» επαναπαύονταν στην ιδέα ότι στο σπίτι τα περιμένει το μεσημέρι η μαμά ή ο μπαμπάς για να τους τα πούνε καλύτερα. Έτσι τελικά φτάνουμε σε αυτό τον εκφυλισμό της εκπαιδευτικής διαδικασίας που επικρατεί σήμερα όπου τα παιδιά διδάσκονται στο σπίτι και εξετάζονται στο σχολείο.

      Από την άλλη μεριά δημιουργείται στον εκπαιδευτικό μια εικονική 
πραγματικότητα της τάξης όπου όλοι σχεδόν οι μαθητές ¨τραβάνε¨ ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ένα σύστημα ¨βαριάς βιομηχανίας¨ από πίσω από γονείς που αφιερώνουν ατελείωτες ώρες για να έχουν τα παιδιά τους σε αυτό το επίπεδο. Έτσι ό εκπαιδευτικός ξεγελιέται από την γενική εικόνα της τάξης του και ανεβάζει κι άλλο το πήχη. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου οι αδυναμίες του κάθε μαθητή δεν φτάνουν ποτέ στον εκπαιδευτικό αλλά μπαλώνονται όπως-όπως από τον γονέα. 

       Επίσης πολλοί γονείς μπαίνουν και στον πειρασμό να διαβάσουν τα παιδιά και στο παρακάτω μάθημα χαλώντας ένα από τα βασικότερα κίνητρα μάθησης : το στοιχείο της έκπληξης για το καινούργιο. Μετά μάλιστα αναρωτιούνται γιατί το παιδί τους βαριέται κατά την παράδοση. Οι γονείς αυτοί έχουν εντάξει στην καθημερινότητά τους το διάβασμα του παιδιού τους, αφού διαβάσουν πρώτα οι ίδιοι χρησιμοποιώντας και τα σχολικά βοηθήματα που κυκλοφορούν(τα οποία ,όχι τυχαία, απευθύνονται σε αυτούς παρά στα ίδια τα παιδιά) .Φυσικό επακόλουθο, υποκαθιστώντας τον εκπαιδευτικό του σχολείου ,είναι να συγκρίνονται με αυτόν και να καταφεύγουν συνήθως σε επικριτικά σχόλια για την επάρκεια του και μάλιστα μπροστά στο παιδί τους , ¨πυροβολώντας¨ το παιδαγωγικό πρότυπο από κοντινή απόσταση. Σε ακραίες μάλιστα περιπτώσεις απαιτούν από τον εκπαιδευτικό αυτόν να προσαρμοστεί ¨στο δικό τους τρόπο¨ και στη δική τους νοοτροπία για το διδασκαλία του μαθήματος. Και φυσικά ένας γονέας που έχει καταναλώσει τόσο χρόνο ,κόπο και συναίσθημα σε μια τέτοια επένδυση περιμένει και την ανάλογη ανταμοιβή, οπότε γίνεται ιδιαίτερα σκληρός όταν αυτή για κάποιους λόγους δεν αποδίδει. Τότε αφού μοιράσει ευθύνες ( στον εκπαιδευτικό και στο παιδί του) καταλήγει να ανεβάσει στροφές στην εκπαίδευση του παιδιού οδηγώντας το ,πολλές φορές, στην εξάντληση και στην απέχθεια για μάθηση. Η μητέρα ή ο πατέρας παίζοντας το ρόλο του εκπαιδευτικού καταργεί ,έστω και προσωρινά ,τον ουσιαστικό του ρόλο , του γονιού. 

      Έτσι γίνεται άσκοπη κατανάλωση χρόνου και ενέργειας που θα μπορούσαν να αφιερωθούν στην ανάπτυξη της σχέσης γονέας –παιδί .Υπάρχουν πολλοί γονείς όπου ολόκληρη η σχέση τους με το παιδί εξαντλείται στην κατ’ οίκον εκπαίδευσή του. .Οπότε η σχέση αυτή δεν καλλιεργείται σωστά και δεν ωριμάζει. Ο απογαλακτισμός του παιδιού εμποδίζεται με αυτόν τον τρόπο.

       Και αν ο γονέας βάζει σα προτεραιότητα την πραγματική και ολοκληρωμένη καλλιέργεια του παιδιού του θα μπορούσε να συζητήσει μαζί του , να παίξει και απλά να περάσει καλά μαζί του. Να κάνουν κάτι μαζί και να το μοιραστούν ξεφεύγοντας από το στερεότυπο του εκπαιδευτή – εκπαιδευόμενου.
       Το αξιοπερίεργο της υπόθεσης είναι το εξής: Πως γίνεται και όλοι σχεδόν οι γονείς να φτάνουν σε τέτοιο γνωστικό επίπεδο που να μπορούν να διαβάσουν τα παιδιά τους και μάλιστα και σε μαθήματα που είναι πολύ απαιτητικά όπως τα μαθηματικά ,η φυσική και τα αρχαία; Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα η γύμνια του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Όταν κυριαρχούν η αποστήθιση και οι φροντιστηριακού τύπου αυτοματισμοί τότε δεν είναι καθόλου δύσκολο ακόμα και για έναν ανειδίκευτο γονέα αφού παπαγαλίσει το μάθημα και με τη χρήση ενός σχολικού βοηθήματος να ζητήσει και από το παιδί του να τον μιμηθεί. 

        Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι αν είχαμε διαφορετικά αναλυτικά προγράμματα όπου η μάθηση θα στηριζότανε στην κριτική σκέψη τότε ο γονέας δεν θα μπορούσε εύκολα να υποκαταστήσει τον εκπαιδευτικό. Είναι ,λοιπόν, άκρως επιτακτικό στα αναλυτικά προγράμματα να υπάρχει συμμετοχή κυρίως των μάχιμων εκπαιδευτικών ¨που μπαίνουν σε τάξη ¨ και που γνωρίζουν καλύτερα τα εκπαιδευτικά θέματα και όχι μόνο των γραφειοκρατών που απέχουν από την παιδαγωγική πραγματικότητα. 

       Έχοντας μιλήσει με πολλά παιδιά που τα διαβάζουν οι γονείς τους (συνήθως η μητέρα ) καταλήγουμε στα εξής συμπεράσματα:
1) τα παιδιά το θεωρούν αναγκαίο κακό. Νιώθουν ότι χωρίς το διάβασμα των γονέων δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στα μαθήματα του σχολείου.
2) Δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να διαβάσουν μόνα τους.
3)Νιώθουν πολύ μεγάλη πίεση από το γονέα την ώρα που τα διαβάζει και μάλιστα διακατέχονται από πολύ αρνητικά συναισθήματα για κείνον την ώρα αυτή.
4)δεν έχουν αναπτύξει αρκετά τη κριτική σκέψη και έχουν συνηθίσει να μαθαίνουν με τη χρήση της αποστήθισης και της μίμησης.
5)Έχουν βραχυπρόθεσμη μνήμη στα όσα μαθαίνουν από τους γονείς τους 6)παραπονιούνται ότι οι γονείς ¨θέλουν και το και¨ για να είναι ευχαριστημένοι.
7)βαριούνται το μάθημα στην τάξη και δεν έχουν και σε ιδιαίτερη εκτίμηση τους εκπαιδευτικούς του σχολείου τους.
8)τρέμουν στην ιδέα μιας πιθανής σχολικής αποτυχίας τους κυρίως λόγω της απόρριψης που θα βίωναν από τους γονείς τους.
9)δεν το βλέπουν ως ένδειξη φροντίδας των γονέων απέναντι τους .
10)το βασικό κίνητρο τους για να είναι καλοί μαθητές είναι ¨για να μη φωνάζουν οι γονείς τους¨. Αυτό που δεν συνειδητοποιούν οι γονείς είναι ότι δημιουργούν μια εξάρτηση στο παιδί τους και ουσιαστικά το μαθαίνουν να περπατάει υποβασταζόμενο από εκείνους. Έτσι αυτό έχει αρνητικές συνέπειες στο να μάθει να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις .Στα παιδιά αυτά υπάρχει συνήθως ένα έλλειμμα αυτοπεποίθησης και αυτενέργειας και νιώθουν ότι καταρρέουν στη παραμικρή σχολική ή μη αποτυχία. Η σωστή διαχείριση μιας ενδεχόμενης μελλοντικής αποτυχίας μαθαίνεται στο σχολείο κανονικά. Προϋποθέτει όμως ότι στο παιδί έχει επιτραπεί να αποτύχει μερικές φορές.

        Οι γονείς που δεν επιτρέπουν κάτι τέτοιο στο παιδί τους και καταρρέουν οι ίδιοι όταν συμβαίνει ας γνωρίζουν ότι παίζουν με τη φωτιά. Είναι πολύ επικίνδυνη για τη ψυχική ισορροπία του παιδιού τους η στάση τους αυτή. Καμουφλάροντας συνεχώς τις αδυναμίες των παιδιών τους ,εκείνα ουσιαστικά δεν τις ξεπερνούν ποτέ. 

       Οι γονείς οφείλουν να βάλουν σε δεύτερη μοίρα την κοινωνική καταξίωση και σε πρώτη την ψυχική ισορροπία και ευτυχία του παιδιού τους. 
Τέλος οφείλουν να δείξουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στα παιδιά τους και στους εκπαιδευτικούς. Ίσως τότε να εκπλαγούν από την βελτίωση των επιδόσεων και των δύο. 

Δημήτρης Τσιριγώτης  Φυσικός ipaideia.gr

15 πράγματα που καμιά μαμά δεν μπορεί να αποφύγει

Είτε είστε ήδη μητέρα, είτε πρόκειται να γίνετε; Διαβάστε την παρακάτω λίστα. Χωρίς άγχος ή ενοχές! Η μητρότητα από μόνη της είναι τεράστια ευθύνη, είναι υπόθεση πολύπλοκη και ταυτόχρονα ανεκτίμητη, δύσκολη και απαιτητική. Και ποιος εξάλλου, μπορεί να διεκδικήσει το αλάνθαστο; 

1. Όλες είμαστε καταπληκτικές μαμάδες μέχρι να κάνουμε παιδιά. Κάθε γυναίκα ξεκινάει την περιπέτεια της μητρότητας έχοντας στο μυαλό της μερικές καταπληκτικές ιδέες και τις καλύτερες προθέσεις. Ωστόσο, ένα 88% από αυτές τις ιδέες και τις προθέσεις πετιούνται από το… παράθυρο μέσα στον πρώτο χρόνο που ζει πραγματικά ως μηέρα.

2. Θα κάνετε πολλά από αυτά που κάποτε ορκιστήκατε ότι δεν θα κάνατε ποτέ όταν αποκτήσετε παιδιά. Θεωρήστε το απλά δεδομένο.

3. Παρόλη την προσπάθεια που θα καταβάλετε, είναι αναπόφευκτο κάποιες φορές να ακούτε τη φωνή της μητέρας σας να βγαίνει από το στόμα σας. Είναι αλήθεια. Και είναι απολύτως τρομαχτικό!

4. Τα παιδιά σας θα κάνουν πολλά πράγματα που δεν είχατε ποτέ φανταστεί ότι κάποιος που εσείς δημιουργήσατε θα μπορούσε να κάνει. Κι αυτό θα σας κάνει να ντραπείτε, να θυμώσετε, να τρομάξετε και να καταδικάσετε τον εαυτό σας.

5. Η ειλικρίνεια των παιδιών είναι σκληρή. Προσπαθήστε να μη σας δουν γυμνή γιατί θα αρχίσουν να δείχνουν με το δάχτυλο και να γελάνε.

6. Την ίδια στιγμή, τα παιδιά είναι απίστευτα καταδεκτικά. Μας δέχονται όπως είμαστε, με τις ρυτίδες, τα αχτένιστα μαλλιά, με όλα μας. Και πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι διαθέτουμε υπερφυσικές δυνάμεις.

7. Λένε ότι με τα παιδιά «οι μέρες φαίνονται μεγάλες αλλά τα χρόνια μικρά» και είναι αλήθεια. Ασχολούμαστε τόσο πολύ προσπαθώντας να «επιβιώσουμε» την κάθε μέρα που κάποια στιγμή διαπιστώνουμε εντελώς ξαφνικά ότι τα μωρά μας μας έχουν περάσει σε μπόι, ότι έχουν βγάλει τρίχες σε περίεργα σημεία και νοσταλγούμε εκείνες τις μέρες που ήταν μικρά και όλα φαίνονται πιο εύκολα.

8. Ο χαρακτήρας των παιδιών μας δεν εξαρτάται και πολύ από εμάς. Τα παιδιά γεννιούνται διαθέτοντας ήδη προσωπικότητα. Γι’ αυτό δεν έχει νόημα να περηφανευόμαστε ότι το παιδί μας είναι «εύκολο» γιατί δεν έγινε έτσι επειδή εμείς κάναμε κάτι. Οι μαμάδες που έχουν περισσότερα από ένα μπορούν να το επιβεβαιώσουν.

9. Μπορούμε να το παίξουμε ειδήμονες ή να επικαλεστούμε μια ανώτερη ενόραση μόνο σε ό,τι αφορά τα δικά μας παιδιά και κανενός άλλου!

10. Αυτό που προσπαθούμε οι περισσότεροι από εμάς είναι να μετατρέψουμε μικρούς αγροίκους σε πολιτισμένους, ευγενικούς, καθωσπρέπει ενήλικες. Δεν υπάρχει σωστός τρόπος να το κάνουμε αυτό. Όταν μια άλλη μητέρα επιλέγει κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνουμε εμείς δεν σημαίνει ότι επικρίνει τον τρόπο με τον οποίο ανατρέφουμε το δικό μας παιδί –σε γενικές γραμμές η συμπεριφορά των άλλων μαμάδων δεν έχει καμία σχέση με εμάς.

11. Κανένας δεν νοιάζεται για τα παιδιά σας και δεν εντυπωσιάζεται με τα επιτεύγματά τους περισσότερο από εσάς. Δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αλλά είναι αλήθεια.

12. Ο χειρότερος «εχθρός» κάθε μαμάς είναι πρώτα ο εαυτός της και στη συνέχεια οι άλλες μαμάδες. Οι μαμάδες συχνά είμαστε τόσο σκληρές με τον εαυτό μας και με τις άλλες που χάνουμε ένα μεγάλο μέρος από τις χαρές της μητρότητας.

Ασχολούμαστε με το να αγωνιούμε μήπως κάτι δεν κάνουμε σωστά, μήπως τα παιδιά μας δεν είναι τα καλύτερα, μήπως δεν φαινόμαστε στους άλλους σαν την τέλεια οικογένεια κι αυτό μας γεμίζει με τόσες ενοχές και άγχος που ξεχνάμε πόσο σημαντικό είναι να είμαστε καλοί με τον εαυτό μας και με τους άλλους.

Προσπαθούμε να νιώθουμε καλύτερες επικρίνοντας τις άλλες μαμάδες που δεν είναι αναγκαστικά καλύτερες ή χειρότερες και επιπλέον έχουν τις ίδιες αγωνίες και ενοχές με εμάς.

13, Κανείς δεν έχει καταλάβει τι χρειάζεται για να είναι κάποιος καλός γονιός. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν τόσο πολλά βιβλία για γονείς. Γι’ αυτό και οι τάσεις στην ανατροφή των παιδιών αλλάζουν κάθε δέκα χρόνια. Κι εμείς αγοράζουμε τα βιβλία ή υιοθετούμε τις νέες τάσεις και ελπίζουμε να τα κάνουμε όλα σωστά. Όμως δεν υπάρχει σωστός τρόπος ή, μάλλον, δεν υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος.

14. Όλοι μας κάνουμε λάθη με τα παιδιά μας. Όλοι, ναι, ακόμα κι εσείς. Δεν υπάρχει κανένας γονιός που δεν έχει κάνει λάθη. Και όλα τα παιδιά σε κάποια στιγμή της ζωής τους θα ρίξουν ευθύνες στους γονείς –δικαίως- για βάρη που αναγκάστηκαν να κουβαλούν στους ώμους και την καρδιά τους. Ωστόσο, οι άνθρωποι είναι αρκετά ανθεκτικά όντα. Και όποια λάθη κι αν κάνουμε –δεδομένου ότι δεν μιλάμε για κάποιου είδους κακοποίηση- δεν θα έχουν σαν αποτέλεσμα να γίνουν ψυχοπαθείς ενήλικες.

15. Δεν υπάρχει κάποια στιγμή που θα μπορέσουμε να ξεφυσήξουμε με ανακούφιση ξέροντας ότι κάναμε καλή δουλειά ως μαμάδες. Αυτή η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ. Όσο κι αν μεγαλώσουν, όσο κι αν μοιάζουν με ενήλικες, με κάποιο τρόπο στα δικά μας μάτια θα είναι πάντα μωρά. Και δεν θα πάψουμε ποτέ να ανησυχούμε ή να θέλουμε έναν καλύτερο κόσμο γι’ αυτά.

Λίζα Μόργκερ, 
από το blog ''Life As We Know It.''

Τα παιδιά μας δεν μας ανήκουν

H απεριόριστη υπακοή καταστρέφει την παιδική ψυχή… Το μέσο παιδί, κάνει τα πράγματα σωστά. Το παιδί χωρίς όρια, κάνει το σωστό πράγμα. Μην αναγκάζετε τετράγωνα παιδιά να περάσουν από στρογγυλές τρύπες (Γ. Κόρας).
Τι είναι αυτό που πραγματικά ζητούμε από τα παιδιά μας; Να υπακούουν τους γονείς τους για να είναι «καλά» παιδιά; Να «πετύχουν» στη ζωή τους; Να είναι ευτυχισμένα; Ένα πράγμα ξέρω. ‘Οτι πάνω από όλα, θέλω η κόρη μου να είναι ευτυχισμένη. Οτιδήποτε κάνει. Και έχω πει στον εαυτό μου ότι θα κάνω τα πάντα για να της δώσω τα φτερά που χρειάζεται για να πετύχει τα όνειρα της.

Αλλά αν δεν μου αρέσουν τα όνειρα της; Αν θεωρώ και κρίνω – βασιζόμενος στη δική μου εμπειρία – ότι αυτά που η ίδια βλέπει ως όνειρα μπορεί να μετατραπούν σε εφιάλτες; Θα κάτσω αμέτοχος; Διάβασα πρόσφατα ότι το να προσπαθούμε να ελέγχουμε το παιδί μας σχεδιάζοντας το δικό του μέλλον δεν αφήνει το παιδί να βρει το δρόμο του ως ενήλικας. Μ' αυτόν τον τρόπο μάλιστα το μόνο που καταφέρνουμε είναι να το ακρωτηριάζουμε ψυχικά και να το περιορίζουμε.

Και ότι ως γονείς οφείλουμε να αφήσουμε τα παιδιά μας να κάνουν μόνα τους τις επιλογές τους, χωρίς να προβάλουμε επάνω τους τις δικές μας προσωπικές φιλοδοξίες και προσδοκίες. Γιατί τα παιδιά τελικά, δεν είναι κτήματα μας. Και αν θέλουμε πραγματικά να συνεισφέρουμε στη χαρά της δημιουργίας, μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά μας την ευκαιρία να πάρουν τις ευθύνες για το μέλλον στα χέρια τους!

Μα εγώ σε καμία περίπτωση δεν θέλω να περιορίσω το παιδί μου, πόσο μάλλον να καταστρέψω την ψυχή της. Ούτε θέλω να σχεδιάσω εγώ το δικό της μέλλον. Ίσα ίσα θέλω να πάρει το μέλλον στα χέρια της. Όμως νιώθω και μια υποχρέωση ως πατέρας να τη νουθετήσω, να της υποδείξω τυχόν λάθη, να της δείξω το σωστό δρόμο.

Ποιος είναι όμως ο σωστός δρόμος; Ο δικός μου δρόμος σύμφωνα με τα δικά μου μέτρα και σταθμά, τις δικές μου επιλογές, τα δικά μου λάθη; Μάλλον όχι… Ο μεγάλος ποιητής και φιλόσοφος Khalil Gibran λέει στον «Προφήτη»: Τα παιδιά σας δεν είναι δικά σας παιδιά, είναι γιοι και κόρες που ίδια η ζωή χάρισε στον εαυτό της. Ήρθαν μέσω εσάς, αλλά όχι από εσάς.

Και παρά που είναι κοντά σας, δεν σας ανήκουν. Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, αλλά όχι και τις σκέψεις σας, Γιατί εκείνα έχουν τις δικές τους, προσωπικές σκέψεις. Μπορείτε να φιλοξενήσετε τις σάρκες τους, αλλά όχι και τις ψυχές τους.

Γιατί οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο Το οποίο εσείς δεν μπορείτε να επισκεφθείτε Ούτε στα όνειρά σας. Μπορείτε να προσπαθήσετε να τους μοιάζετε, Αλλά μην ζητάτε εκείνα να γίνουν σαν κι εσάς. Γιατί η ζωή δεν γυρίζει πίσω, ούτε παραμένει στο χθες…

Πηγή : superdad.gr

Επιβράβευση και Τιμωρία: Όταν το Σχολείο αποτυγχάνει

 να κινητοποιήσει

Για το σχολείο, τους εκπαιδευτικούς, το σύστημα εκπαίδευσης, την αξιολόγηση, τα παιδιά.

Ο μεγάλος Jack London, αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του “Ασπροδόντη” στη νεαρή ηλικία του ταλαίπωρου και  αγαπημένου ζώου. Εκεί παρουσιάζει τον τρόπο που ο Ασπροδόντης μαθαίνει τον κόσμο, με την παλιά-καλή μέθοδο της Δοκιμής και του Λάθους. Αν παραβλέψεις το γεγονός ότι προβάλλει στον Ασπροδόντη την ανθρώπινη συλλογιστική, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο κομμάτι θα έπρεπε να διδάσκεται σε κάθε σοβαρή παιδαγωγική σχολή (με την ευκαιρία, σου προτείνω να ξαναδιαβάσεις το βιβλίο αυτό. Τώρα που μεγάλωσες θα δεις πως θα σου αρέσει ακόμη περισσότερο).
Δοκιμή και Λάθος λοιπόν. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο μαθαίνουμε, και είναι ο ίδιος ανεξάρτητα αν πρόκειται περί φυσικής Δοκιμής ή περί νοητικής. Εννοώ ότι σαφώς στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, το μεγαλύτερο μέρος των Δοκιμών, έχουν φυσικό χαρακτήρα: Δοκιμάζουμε την ισορροπία μας και μαθαίνουμε να περπατάμε, τους διάφορους τρόπους  που ο ήχος περνάει από τη στοματική μας κοιλότητα, τα καλέσματα προς άλλα πρόσωπα, το πιάσιμο μιας μπάλας, ακόμη και το άγγιγμα μιας καυτής εστίας στην κουζίνα! Μεγαλώνοντας έχουμε μάθει να γενικεύουμε, να κάνουμε αφηρημένες σκέψεις και αναπόφευκτα να κάνουμε και νοητικά πειράματα: Η εστία της κουζίνας με έκαψε, άρα υποθέτω ότι και η αναμμένη σόμπα θα κάνει το ίδιο. Όσο ωριμάζουμε είμαστε σε θέση να χρησιμοποιήσουμε τις εμπειρίες που έχουμε συσσωρεύσει, για να κάνουμε υποθέσεις για όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων μας, ακόμη και για κάτι τόσο περίπλοκο όσο οι διαπροσωπικές σχέσεις. Οι υποθέσεις μας είναι τόσο πιο πετυχημένες, όσο τα συμπεράσματα που αντλήσαμε από τις εμπειρίες μας είναι σωστά. Ή αλλιώς, όταν για κάθε εμπειρία μας έχουμε θεμελιώσει μια σωστή σύνδεση αιτίου-αποτελέσματος. Ο άνθρωπος που δεν έχει μάθει να συνδέει τα αποτελέσματα με τα σωστά αίτια είναι καταδικασμένος να πιστεύει ότι “έχει την υγεία του επειδή τον φυλάει ο άγιος…”, ότι “είναι άνεργος επειδή του παίρνουν τη δουλειά οι ξένοι”, ότι “δεν αντιδρούμε επειδή μας ψεκάζουν”. Είμαι ακλόνητα πεισμένος ότι αυτή η μέθοδος Δοκιμής/Λάθους, ο Σωματικός/Βιωματικός τρόπος μάθησης θα πρέπει να αποτελεί τη βάση μιας προοδευτικής παιδαγωγικής.
Το εκπαιδευτικό μας σύστημα όμως βασίζεται στο δίπολο Επιβράβευση/Τιμωρία. Προδίδοντας από τώρα την αρνητική μου στάση απέναντι στη μέθοδο αυτή, λέω ότι μου θυμίζει περισσότερο την εκπαίδευση των σκύλων. Το σύστημα αυτό όμως είναι απαραίτητο για την εκπαίδευση των ζώων ακριβώς γιατί τα εκπαιδεύουμε για το πώς να συμπεριφέρονται σε ένα πλαίσιο που δεν είναι το φυσικό τους. Το να μάθει ο σκύλος να φέρνει τα παπούτσια του αφεντικού του δεν ανήκει στο φυσικό πλαίσιο της ζωής του.
Μήπως λοιπόν συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και με τα παιδιά μας? Η απάντηση δυστυχώς είναι «ναι». Ο λόγος που στο σχολείο ακολουθείται η τακτική «μαστίγιο και καρότο» είναι ότι τα παιδιά εκπαιδεύονται ώστε να θεωρήσουν ένα αφύσικο, ασύμβατο με καθετί ανθρώπινο, πλαίσιο ως δεδομένο και φυσιολογικό.
Κάθε πράξη ενός ανθρώπου έχει τις φυσικές της συνέπειες. Οι φυσικές αυτές συνέπειες είναι οι πρώτοι μας και καλύτεροί μας δάσκαλοι. Μαθαίνουμε με το σώμα μας. Το να ζορίσω το μηχανισμό ενός παιχνιδιού μου,  μου μαθαίνει την έννοια του ορίου θραύσης ακόμη κι αν δεν γνωρίζω τον όρο. Η έννοια του κέντρου βάρους και της σχέσης του με την ισορροπία γεννιέται στο μυαλό μου από τις απανωτές πτώσεις στις εντυπωσιακές φιγούρες που επιχειρώ, πριν ο δάσκαλος μου μιλήσει γι’αυτήν. Το να πικράνω με τα λόγια μου ένα φίλο τον οδηγεί να μη μου μιλάει πια, κι’αυτό είναι ένα μάθημα που δεν θα το έπαιρνα με τον ίδιο τρόπο αν κάποιος απλά με κατηχούσε στα μυστήρια των κοινωνικών σχέσεων. Προφανώς, όσο μεγαλώνουμε είμαστε σε θέση να κάνουμε αφηρημένες σκέψεις και να δημιουργούμε αναπαραστάσεις των φυσικών συνεπειών των πράξεών μας, με βάση τις αναφορές και τα πρότυπα που οικοδομήσαμε μέσω του σωματικού τρόπου μάθησης. Η επιτυχία ενός εκπαιδευτικού συστήματος έγκειται στο να χτίσει πάνω στα πρότυπα αυτά. Ένα αποτυχημένο εκπαιδευτικό σύστημα, όπως αυτό του Σχολείου του καπιταλισμού, επιχειρεί να τα αντικαταστήσει, να τα ακρωτηριάσει ή να τα στρεβλώσει.
Για να γίνει κάτι τέτοιο, το μικρό παιδί πρέπει να δεχθεί πολύ ισχυρή πίεση, που να εξουδετερώνει τις φυσικές του ορμές. Αυτή η πίεση προέρχεται ικανοποιητικά από το σύστημα Επιβράβευσης/Τιμωρίας.
Το σύστημα Επιβράβευσης/Τιμωρίας είναι δομημένο έτσι ώστε να απομακρύνει το παιδί από οποιαδήποτε συναίσθηση των φυσικών συνεπειών των πράξεών του και να βάλει στη θέση της ένα αυθαίρετο τεχνητό πλαίσιο κανόνων συμπεριφοράς και μάθησης, όπως θα πούμε πολλές φορές και παρακάτω. Μάλιστα, το πρώτο μάθημα του συστήματος Επιβράβευσης/Τιμωρίας είναι ακριβώς η αποδοχή της δικαιοδοσίας του «από πάνω» να ορίζει την επιβράβευση ή την τιμωρία. Ας τα δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τα πράγματα.
Δεν υπάρχει κανείς που να σχετίζεται με την εκπαίδευση που να μην καταδικάζει τη λεγόμενη «βαθμοθηρία» σαν μια συμπεριφορά που θολώνει τα κίνητρα του μαθητή και εμποδίζει τελικά τη μάθηση. Αυτό φυσικά ακούγεται ωραίο, όμως τα κίνητρα του μαθητή δεν θολώνουν από τη βαθμοθηρία, αλλά από την ίδια την ύπαρξη των βαθμών. Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι, παρά τις αρνητικές συνέπειες του συστήματος της βαθμολόγησης, αυτό παραμένει το μοναδικό συνολικό σύστημα αξιολόγησης άρα και βελτίωσης του μαθητή (το «άρα» εδώ μπαίνει εντελώς αυθαίρετα κατά τη γνώμη μου). Αν όμως οι βαθμοί είναι ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιολόγησης τότε γιατί συζητάμε με τα παιδιά για την πρόοδό τους? Γιατί ζητάμε από τους κηδεμόνες τους να έρθουν στο σχολείο για να τους ενημερώσουμε? Φαντάζομαι ότι εάν ένας κηδεμόνας, που θα επισκεφθεί το σχολείο για να ενημερωθεί για τις επιδόσεις του παιδιού του, εισπράξει την ξερή απάντηση «17», θα φύγει απορημένος και ανικανοποίητος. Με κάθε κηδεμόνα συνηθίζουμε να συζητάμε, για αρκετή ώρα μάλιστα, για τις προόδους και τις αδυναμίες του παιδιού του, προσπαθούμε να δώσουμε όσο το δυνατό πιο ολοκληρωμένη εικόνα και να βρούμε λύσεις. Όλη αυτή τη σημαντική συζήτηση, κι ακόμη περισσότερα, που μπορούμε να πούμε ή να σκεφτούμε για το παιδί, καλούμαστε στο τέλος του τριμήνου/τετραμήνου να την αντικαταστήσουμε/ αναπαραστήσουμε/ κωδικοποιήσουμε με έναν ξερό βαθμό από το 1 ως το 20. Είναι απόλυτα βέβαιο ότι πίσω από τον ίδιο βαθμό δεν θα καταφέρουμε να βρούμε ούτε δύο ίδιες περιπτώσεις παιδιών σ’ολόκληρη τη χώρα. Τόσο καλά για το «μοναδικό συνολικό σύστημα αξιολόγησης»! Εάν λοιπόν οι βαθμοί δεν μπορούν να σταθούν δίχως συμπληρωματικές εξηγήσεις/περιγραφές, εάν από τη στιγμή που οι περιγραφές αυτές δοθούν, οι βαθμοί χάνουν την ισχύ τους, εάν δεν μπορούν να περιγράψουν επαρκώς εκείνον στον οποίο αποδίδονται, τότε γιατί αποτελούν καθολικά αποδεκτή πρακτική και ποια είναι η αξία τους?
Ο κυριότερος λόγος γι’αυτό είναι ότι εμπεδώνουν τη δικαιοδοσία του «από πάνω» να αξιολογεί, «σταμπάροντας» τον «από κάτω». Ο δάσκαλος έχει χίλιους δυο τρόπους να δείχνει στο μαθητή τις αδυναμίες του ώστε να τις διορθώσει, και τις κατακτήσεις του ώστε να τις ατσαλώσει, χωρίς να χρειάζεται τους βαθμούς. Αν το καλοσκεφτείς, σε ένα σωρό άλλες δραστηριότητες που πραγματικά μαθαίνεις κάτι (από οδήγηση μέχρι υπολογιστές και από μουσική μέχρι μαγειρική) οι βαθμοί δεν εμπλέκονται πουθενά παρά μόνο σε μια ενδεχόμενη ανάγκη «πιστοποίησης». Ακόμη και στην περίπτωση αυτή όμως, η στενή συνεργασία δασκάλου-μαθητή έχει εφοδιάσει το μαθητή με ικανοποιητική επίγνωση των δυνατοτήτων του. Με την εξαίρεση κάποιας πραγματικά άτυχης στιγμής, δεν υπάρχουν υπό κατάταξη μαθητές ωδείου που να μην γνωρίζουν από τα πριν πώς θα τα πάνε στις εξετάσεις ή –ακόμη καλύτερα- να μην γνωρίζουν τα όρια, τις δυνατότητες και τις ανεπάρκειές τους. Η ίδια η συστηματική προετοιμασία του ρεπερτορίου τους σε συνεργασία με το δάσκαλο, έχει αναδείξει τις προόδους και τα όριά τους. Αν αυτό ισχύει για επί μέρους θεσμούς μαθητείας, θα έπρεπε να ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό για το Σχολείο, του οποίου σκοπός είναι μια γενικότερη και ανώτερη καλλιέργεια. Ο βαθμός στην περίπτωση του Σχολείου είναι ένα τεχνητό κίνητρο, άσχετο με τη φυσική τάση του ανθρώπου προς τη μάθηση. Ο ψυχολόγος του μέλλοντος θα γράψει αρκετά για τον τρόπο που το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αφού έχει ασκήσει αφόρητες πιέσεις για να τσακίσει αυτή τη φυσική τάση για μάθηση, «αγωνιά» στη συνέχεια να την αναστήσει με μια αλλοτριωμένη μορφή κινητήριας δύναμης, όπως ακριβώς ο Δρ Φρανκενστάιν προσπαθούσε να δώσει ζωή στο τέρας που έφτιαξε από κομμάτια σκοτωμένων.
Μια επίσης πολύτιμη υπηρεσία των βαθμών προς την Εξουσία είναι η θεμελίωση της μάθησης και της προόδου ως ιδιωτική υπόθεση. Οι βαθμοί είναι ατομικοί, πράγμα που αποθαρρύνει την επίσης φυσική τάση των ανθρώπων για συνεργασία. Τα παιδιά μαθαίνουν τον πιο αφύσικο ανταγωνισμό μέσα από τους βαθμούς. Μαθαίνουν ότι δεν μπορούν να κάνουν ομαδικά μια εργασίαγιατί θα υπάρξει αδυναμία στην απόδοση των βαθμών, και επίσης μαθαίνουν να επιδιώκουν μια ομαδική εργασία για να πάρουν υψηλό βαθμό σε βάρος του φιλότιμου συμμαθητή τους που θα τη δουλέψει. Ο ατομικός βαθμός χρωματίζει την παρουσία του μαθητή στο σχολείο και σιγά-σιγά γίνεται η ταυτότητά του. Μια ταυτότητα που μπορεί να μετρηθεί και να συγκριθεί ποσοτικά με τις γύρω ατομικές ταυτότητες.
Οι βαθμοί λοιπόν είναι αφύσικοι, είναι μονόδρομοι (ο αξιολογητής αξιολογεί τον αξιολογούμενο), είναι αυθαίρετοι εξ ορισμού (ακόμη και οι πιο «αντικειμενικοί») και προάγουν τον ατομισμό. Με λίγα λόγια, είναι το καλύτερο μάθημα για έναν άνθρωπο που πρέπει να μάθει να ζει χωρίς αντιρρήσεις σε μια παράλογη κοινωνία.
Το σύστημα ποινών και τιμωρίας είναι ακριβώς αντίστοιχη περίπτωση. Κάθε λάθος μας, κάθε αστοχία, κάθε άδικη πράξη μας έχει τις δικές της φυσικές συνέπειες, από τις οποίες μαθαίνουμε. Το σύστημα ποινών-τιμωρίας στο Σχολείο υπάρχει για να ακυρώνει αυτές τις φυσικές συνέπειες, τους καλύτερους δασκάλους μας, και στη θέση τους τοποθετεί μια αυθαίρετη κλίμακα ποινών (στην πραγματικότητα τίποτε περισσότερο από μια διαβαθμισμένη διάρκεια απομάκρυνσης από το σχολείο). Είναι εντυπωσιακό το πώς μια ευρεία γκάμα λαθών, σκανταλιών και αδικημάτων έρχεται να ταιριάξει με το ζόρι στην εντελώς στείρα κλίμακα αποβολών. Για να λειτουργήσει το σύστημα αυτό πρέπει να είναι καθολικό και άκαμπτο. Ο δάσκαλος που θα επιχειρήσει την επιβολή μιας ποινής περισσότερο προσαρμοσμένης στις φυσικές συνέπειες της σκανταλιάς (που θα τις μεγεθύνει ώστε να καταστούν σαφείς στο παιδί κι έτσι να πάρει πράγματι ένα χρήσιμο μάθημα) είναι –σκοπίμως- νομικά εκτεθειμένος. Για παράδειγμα, ο δάσκαλος που θα δει ένα μαθητή να γεμίζει το προαύλιο με σκουπίδια έχει το δικαίωμα να του «ρίξει» αποβολή, αλλά όχι να τον υποχρεώσει να μαζέψει τα σκουπίδια που πέταξε! Ακόμη πιο θλιβερή είναι η περίπτωση της συνεδρίασης του συλλόγου διδασκόντων ενός σχολείου για την τιμωρία ενός μαθητή. Εκεί, μορφωμένοι και έμπειροι παιδαγωγοί είναι υποχρεωμένοι να προτείνουν τη διάρκεια της αποβολής που «ταιριάζει» κατά τη γνώμη τους στο αδίκημα και τίποτε άλλο, ενδεχομένως παιδαγωγικά αποτελεσματικότερο. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να συμπεριφέρονται «υπεύθυνα» για να μην έχουν τις προβλεπόμενες κυρώσεις και όχι για να αποφύγουν τις φυσικές δυσάρεστες συνέπειες των λαθών τους. Το πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η μέθοδος ανάπτυξης της υπευθυνότητας το βλέπει κανείς από το πώς συμπεριφέρονται τόσοι και τόσοι συνάνθρωποί μας…
Κυκλοφορεί πλατιά ο μύθος ότι το σύστημα ποινών-τιμωρίας μπορεί να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος διαπαιδαγώγησης αρκεί να εφαρμόζεται χωρίς παρεκκλίσεις απ’όλους. Σύμφωνα με τον ίδιο μύθο είμαστε εμείς, οι πιο «ανεκτικοί» δάσκαλοι, που υπονομεύουμε την ισχύ του συστήματος αυτού επειδή το χαλαρώνουμε. Για να λειτουργήσει δεν πρέπει να αμφισβητείται από κανέναν. Είναι όμως έτσι?
Υπηρέτησα κάποτε σε ένα σχολείο, του οποίου ο διευθυντής ήταν οπαδός αυτής της «σκληρής» γραμμής. Τα αποτελέσματα ήταν «αξιοθαύμαστα» και κρατούσε το σχολείο στη γροθιά του, όπως ο Δ. Παπαγιαννόπουλος τους ψηφοφόρους του Γκόρτσου. Γονείς και συνάδελφοι ήταν απολύτως ικανοποιημένοι από την πειθαρχία των παιδιών, και οι δικές μου αντιαυταρχικές ενστάσεις ακουγόταν για καιρό σαν υστερικές ιδεοληψίες. Κι όμως. Από την επόμενη κιόλας της συνταξιοδότησης του συγκεκριμένου διευθυντή και την διαδοχή του από έναν γλυκύτατο και αξιότατο συνάδελφο, το σχολείο μετατράπηκε σε κόλαση. Κανείς δεν άκουγε κανέναν και η παραβατικότητα –ελαφρά και βαριά- φούντωνε. Τι είχε συμβεί? Το άκαμπτο και αυστηρό τιμωρητικό σύστημα δεν μπορεί να διαπαιδαγωγήσει ελεύθερους ανθρώπους. Μόλις αρθεί η απειλή της τιμωρίας, ο άνθρωπος αγκαλιάζει την «παρανομία» με ακόμη περισσότερο πάθος, ακριβώς όπως ο απαίδευτος οδηγός γκαζώνει μόλις περάσει από το «καρτέρι» ελέγχου ταχύτητας της Τροχαίας. Οι φυσικές συνέπειες των πράξεών μας είναι που μας διαπαιδαγωγούν και αν ένα εκπαιδευτικό σύστημα θέλει να είναι ουσιαστικό τότε πρέπει να βασιστεί στην εμβάθυνση και τον αναστοχασμό πάνω στις εμπειρίες αυτές. Η τιμωρία δεν διαπαιδαγωγεί, παρά μόνο αφήνει πίσω της στρατιές απαίδευτων ανθρώπων που με την πρώτη ευκαιρία και τη μεγαλύτερη ευκολία θα στραφούν ο ένας ενάντια στον άλλο, ακυρώνοντας όλα όσα συνιστούν την ανθρώπινη ιδιότητα. Το παιδί που θα πέσει από την καρέκλα, θα είναι πολύ προσεκτικό πριν ανέβει στο τραπέζι, ενώ αν ποντάραμε στην τιμωρία του απλά θα περιμένει να φύγουμε για να το κάνει.
Υπάρχουν αρκετοί συνάδελφοι (μειοψηφία ωστόσο) που συμφωνούν πάνω-κάτω με τις παραπάνω διαπιστώσεις. Όμως προβάλλουν έναν μεσοβέζικο διακανονισμό: «Ακόμη κι αν το σύστημα Επιβράβευσης/Τιμωρίας είναι ένα τεχνητό σύστημα κινητοποίησης των παιδιών, δεν θα μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε ώστε τουλάχιστον η πλειοψηφία των παιδιών να μάθει μερικά χρήσιμα πράγματα από το Σχολείο? Στο κάτω-κάτω, τα παιδιά μεγάλωσαν μ’αυτές τις νοοτροπίες και όταν βγουν στον ‘πραγματικό κόσμο’ μ’αυτές πάλι τις νοοτροπίες θα πρέπει να κινηθούν».
Αφήνω προς το παρόν τη βασική μου ένσταση πάνω στην τοποθέτηση αυτή, ότι δηλαδή το Σχολείο δεν πρέπει να μαθαίνει τους ανθρώπους να επιπλέουν στο βούρκο των παλιών εξουσιαστικών νοοτροπιών, αλλά να τους κινητοποιεί ώστε να τις αλλάξουν. Ας δεχτούμε την τοποθέτηση των συναδέλφων σαν κάποια βάση συζήτησης κι ας αναρωτηθούμε: Τι στο καλό μπορούμε να μάθουμε τους νέους ανθρώπους κινητοποιώντας τους μέσα από το σύστημα Επιβράβευσης/Τιμωρίας?
Απ’όσα έγραψα παραπάνω γίνεται προφανές πως δεν πιστεύω ότι η τιμωρία διαπαιδαγωγεί ελεύθερους ανθρώπους. Ίσα-ίσα, συσσωρεύει στο μυαλό του νέου ανθρώπου χαρακτηριστικά που μόνο τον καθηλώνουν κοινωνικά και συναισθηματικά. Η ισχύς της τιμωρίας βασίζεται στην ισχύ εκείνου που την επιβάλλει. Η συστηματική αποδοχή της τιμωρίας από το παιδί, του ενισχύει την άκριτη αναγνώριση της ισχύος εκείνου που βρίσκεται από πάνω του. Η συστηματική απαξίωσή της από κάποιο παιδί το οδηγεί στο περιθώριο, καθώς αντιδρά εντικτώδικα σε οποιαδήποτε οδηγία, ακόμη και κάποια που θα ήταν πιθανώς χρήσιμη σε κείνο και τους συμμαθητές του. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ενδιάμεσος δρόμος σπάνια υπάρχει, καθώς η συγκρότηση και οι αντιστάσεις του παιδιού δεν έχουν σκληρύνει ακόμη κατά την μαθητική του περίοδο, όταν δέχεται την επίθεση του τιμωρητικού πλαισίου. Το πιο χρήσιμο μάθημα του τιμωρητικού πλαισίου και ταυτόχρονα η μεγάλη του επιτυχία είναι όταν διαμορφώνει ανθρώπους που, ενώ δεν αμφισβητούν το πλαίσιο που τους θέτει η εξουσία, μαθαίνουν να το ξεγελούν και να το παρακάμπτουν για να κάνουν τη δουλειά τους. Το παιδί που μόλις χτύπησε το συμμαθητή του εμφανίζεται με το πιο αθώο χαμόγελο μπροστά στο δάσκαλο, ώστε κάθε υποψία αίρεται. Ο εκπρόσωπος του πενταμελούς συζητά όλο ευγένεια με τους καθηγητές για το αίτημα της εκδρομής και φεύγοντας από το γραφείο χειρονομεί μπροστά στην κλειστή πια πόρτα, ικανοποιημένος για το ότι τους τούμπαρε. Τα χαμηλωμένα μάτια, το «μάλιστα Κύριε, έχετε δίκιο», στην ανάγκη ακόμη και το «συγγνώμη Κύριε, αλλά ο Χ και ο Ψ κάνουν φασαρία και δεν με αφήνουν να προσέξω», όλα αυτά μπορούν να είναι χρήσιμες τεχνικές που η άσκησή τους αφήνει γενναία σημάδια στην προσωπικότητα του παιδιού. Η Τιμωρία δεν διαμορφώνει υπεύθυνους ανθρώπους, αλλά προσεκτικούς! (θυμάμαι τώρα το ανέκδοτο, όπου λέει ο ένας κρατούμενος στον άλλο: «σε ρίξανε μέσα γιατί λήστεψες την τράπεζα, έτσι?», κι εκείνος του απαντά: «όχι! Με ρίξανε μέσα γιατί με έπιασαν!!!»). Ένα παιδί που αντιδρά στις ποινές, επειδή δεν έχει συγκροτήσει ακόμη την ικανότητά του να κάνει κριτικές γενικεύσεις, είναι εύκολο να αναπτύξει προσωπική απέχθεια απέναντι σε κείνους που υπηρετούν το τιμωρητικό πλαίσιο και επιβάλλουν τις τιμωρίες. Η προσωπική διάσταση που αναγκαστικά παίρνει η σχέση αυτή, αποκρύπτει την πραγματική φύση της Εξουσίας. Το παιδί μαθαίνει να αποζητά την εξουσία είτε για να μεταχειριστεί τους άλλους προς όφελός του (υιοθετώντας τις πρακτικές του δασκάλου-εξουσιαστή) είτε ακόμη και για να βελτιώσει τα πράγματα (ευελπιστώντας να γίνει καλύτερος καθοδηγητής από τον δάσκαλο-εξουσιαστή). Σε κάθε περίπτωση, η απόρριψη της ίδιας της ανάγκης για Εξουσία, όλο και απομακρύνεται απ’το μενού.
Τα ίδια πάνω-κάτω φαινόμενα μπορούμε να παρατηρήσουμε και σε σχέση με τη γνώση. Υπάρχει η άποψη ότι, επειδή ένα παιδί δεν έχει ακόμη την ωριμότητα να καταλάβει τι του είναι χρήσιμο να μάθει και τι όχι, ένα ποσοστό καταπίεσης ή αντίθετα τεχνητής κινητοποίησης μέσω της επιβράβευσης, είναι απαραίτητο. Κι εδώ έχω αντίθετη άποψη: ο άνθρωπος που δεν κινητοποιείται από την ίδια τη διάθεσή του για μάθηση, δεν θα κινητοποιηθεί ουσιαστικά με κανέναν άλλο τρόπο. Η αυταπάτη της κινητοποίησης μέσω των βαθμών πολλές φορές αναδύεται σαν εκλογίκευση της αδυναμίας (ή ακριβέστερα της απροθυμίας) του καπιταλιστικού Σχολείου να γνωρίσει σε βάθος το κάθε παιδί ξεχωριστά, να νιώσει τις ιδιαιτερότητες και τους πόθους του, να επικοινωνήσει με τα άγχη του, όλα αυτά τα οποία συνήθως προσπαθούν να πράξουν φιλότιμα (αλλά χειροτεχνικά) οι έντιμοι συνάδελφοι χωρίς καμία βοήθεια και στήριξη. Η βαθμολογία αντικαθιστά βίαια τον αναστοχασμό με την αξιολόγηση και πετυχαίνει σημαντικά χτυπήματα στο χαρακτήρα του παιδιού. Παρά το γεγονός ότι η λεγόμενη βαθμοθηρία θεωρείται από πολλούς ως μια κακή πλευρά της λογικής των βαθμών, στην πραγματικότητα είναι το νόμιμο παιδί της. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η βαθμοθηρία είναι η ιδεολογία του βαθμολογικού αξιολογητικού συστήματος. Η «ποσότητα μάθησης» (προφανώς ακούγεται γελοίο!) εκφράζεται από το βαθμό, και τελικά ο βαθμός αποκόπτεται απ’αυτήν και αποκτά τη δική του αυτόνομη σημασία. Το Σχολείο επιβραβεύει τους καλούς βαθμούς (και υπάρχει λόγος που το καπιταλιστικό Σχολείο επιβραβεύει μόνο την αριστεία και όχι (και) την προσπάθεια) και από τη στιγμή που τίθεται αυτός ο στόχος, το παιδί που θα τον αποδεχθεί είναι εύκολο να αποπροσανατολιστεί.  Από τη στιγμή που αυτή η μετατόπιση θα ολοκληρωθεί στο μυαλό του παιδιού, από τη στιγμή δηλαδή που για κείνο θα είναι οι βαθμοί και όχι η μάθηση ο στόχος, τότε όλες οι τεχνικές αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμες. Το παιδί μαθαίνει να μειώνει τους συμμαθητές του και να μην συνεργάζεται, να αντιγράφει, να ξεγελά το δάσκαλο. Ακόμη περισσότερο, το παιδί μαθαίνει την τεχνική του να κρατά το δάσκαλο ικανοποιημένο!
Κλείνοντας τις σκέψεις μου αυτές, και με βάση το τελευταίο σχόλιο, θέλω να θίξω ένα λεπτό θέμα και ελπίζω να γίνω κατανοητός. Μετά από κάποια χρόνια που υπηρετώ το Δημόσιο Σχολείο, έχω παρατηρήσει μια επικίνδυνη διαστροφή σε ορισμένα από τα παιδιά μου, που με ανησυχεί βαθύτατα. Το δικό μου μάθημα βασίζεται στην ελεύθερη διατύπωση των απόψεων, στην ανεμπόδιστη και χωρίς βαθμολογικές επιπτώσεις έκφραση των αντιρρήσεων και αποριών των παιδιών μου. Παρά το γεγονός αυτό, κάθε φορά που ρωτάω κάτι, βλέπω στα μάτια ορισμένων από τα παιδιά που απαντούν, την αγωνία για το αν απαντούν σωστά. Ακόμη χειρότερα, κάποιες φορές εφαρμόζουν ένα είδος «διαφορικής» απάντησης, μιας απάντησης δηλαδή που εξαρτάται από τις δικές μου αντιδράσεις. Ανάλογα με τις εκφράσεις του προσώπου μου, μπορούν να αλλάξουν τη θέση τους στα μισά της απάντησης. Κάποτε έκανα αυτό το «πείραμα» (μου βγήκε αυθόρμητα στην πραγματικότητα) και στη συνέχεια το συζήτησα με τα παιδιά μου με την πρώτη ευκαιρία. Μιας και είχαμε μιλήσει για τις γεωγραφικές συντεταγμένες, σήκωσα ένα παιδί στο χάρτη για να μου δείξει πώς βρίσκουμε το γεωγραφικό μήκος. Σηκώθηκε με αυτοπεποίθηση και ξεκίνησε να σέρνει το δάχτυλό του από αριστερά προς τα δεξιά. Καθώς το έκανε, όλο και πιο αργά, με την άκρη του ματιού του τσέκαρε τις αντιδράσεις μου. Ανταποκρίθηκα υποκρινόμενος ένα ελαφρά αποδοκιμαστικό ύφος κι αμέσως το χέρι του άρχισε να κινείται από  πάνω προς τα κάτω! Η πλήρης συντριβή για μένα! Ένα παιδί που σηκώθηκε γνωρίζοντας τι πρέπει να κάνει, κατέληξε στη λάθος απάντηση μόνο και μόνο για να με ευχαριστήσει!!! (Περιττό να πω ότι από τότε, προσέχω πάρα πολύ τις αντιδράσεις μου στις απαντήσεις των παιδιών…)
Αν τα παραδοσιακά μέσα του καπιταλιστικού Σχολείου για την κινητοποίηση των παιδιών δεν είναι αυτά που θα θέλαμε, τι θα μπορούσε να αλλάξει? Για αρχή, θα μπορούσαμε να αποδεχθούμε το γεγονός ότι τα παιδιά μπορούν να αντλήσουν ικανοποίηση από τη μάθηση χωρίς να καταπιέζονται ή να αισθάνονται ότι κάνουν αγγαρεία. Ας σκοτώσουμε αυτόν τον βολικό μύθο, που φορτώνει την ευθύνη της έλλειψης ενδιαφέροντος των παιδιών αποκλειστικά στις πλάτες τους. Για να αλλάξει αυτό, πρέπει να δοθεί στον εκπαιδευτικό χώρος για να κάνει τη δουλειά του. Να καταργηθεί το εξεταστικό κάτεργο, να απαλλαγούν οι δάσκαλοι από το άγχος της «ύλης», να μπορούν να κάνουν τον προγραμματισμό τους με βάση τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών και φυσικά να γνωρίζουν ότι και την επόμενη χρονιά θα είναι στο ίδιο σχολείο για να συνεχίσουν τη δουλειά. Να μειωθούν οι μαθητές ανά τμήμα ώστε να μπορεί ο δάσκαλος να καθοδηγήσει τον κάθε μαθητή ξεχωριστά ανάλογα με τους δικούς του ρυθμούς, καθώς και για να διευκολυνθεί η συνεργασία στο τμήμα. Το εκπαιδευτικό σύστημα να πάψει να περιστρέφεται γύρω από τα Μαθηματικά και τα Αρχαία και να ανοίξει σε όλους τους τομείς της σύγχρονης ζωής, παρέχοντας σφαιρική και κριτική εκπαίδευση στα παιδιά, καθώς και τη δυνατότητα να ασχοληθούν πρακτικά και να εμβαθύνουν πάνω στα ενδιαφέροντά τους. Να στηθούν εργαστήρια, όπου κάθε παιδί θα μπορεί να δουλεύει το project που το ίδιο έχει επιλέξει σε συνεργασία με το δάσκαλο ως ισότιμο συνεργάτη. Να γεμίσει το γκρίζο Σχολείο, χρώμα και πολιτισμό…
Το Σχολείο όμως δεν είναι ξεκομμένο από την κοινωνία. Για την ακρίβεια είναι σε πλήρη συμβατότητα μ’αυτή. Για να γίνουν όλα αυτά που περιγράφω πιο πάνω, χρειάζεται η ίδια η κοινωνία να θέσει την Παιδεία στην πρώτη θέση των ιεραρχήσεών της με εργαλείο το αποκλειστικά Δημόσιο Σχολείο. Μ’αυτή την έννοια, το Σχολείο που περιγράφω δεν θα μπορέσει να σταθεί στο παρόν κοινωνικό σύστημα, αλλά θα είναι κατάκτηση (από τις πρώτες) της Σοσιαλιστικής κοινωνίας που θα χτίσουμε όταν με το καλό ξυπνήσουμε.
Μέχρι τότε, η υπόθεση αυτή θα πέφτει στις πλάτες των ίδιων των εκπαιδευτικών. Όπως γράφω και παραπάνω, πολλοί συνάδελφοι, είτε συμμερίζονται απόλυτα αυτά που γράφω εδώ είτε συμφωνούν σε ένα βαθμό, είτε βλέπουν τα φαινόμενα αυτά σαν στρεβλώσεις του συστήματος και όχι επιδιώξεις του, παλεύουν καθημερινά δίνοντας την ψυχή τους. Ο άνθρωπος που θα γνωρίσει το εκπαιδευτικό σύστημα από μέσα (όχι ο αξιολογητής, όχι αυτός που θα έρθει να καταργήσει, να απαξιώσει και να απολύσει), θα καταλάβει ότι όλη η δουλειά γίνεται με το φιλότιμο και το μεράκι μιας σημαντικής μερίδας εκπαιδευτικών. Αυτοί είναι που υποφέρουν μαζί με τα παιδιά, που αφουγκράζονται τους καημούς και τα όνειρά τους, που προσπαθούν με κάθε τρόπο να δείξουν τη γνώση σαν ένα στόχο προς κατάκτηση κι όχι σαν θέμα εξέτασης, σαν ένα μέσο για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αυτοί οι εκπαιδευτικοί είναι που με νύχια και με δόντια πέφτουν καθημερινά πάνω στον τοίχο της συντριπτικής κυριαρχίας της εξουσιαστικής και ατομικιστικής νοοτροπίας του άθλιου καπιταλιστικού συστήματος. Αυτοί είναι, σε τελική ανάλυση, οι πράκτορες του μέλλοντος, αυτοί που πάνω απ’όλα θέλουν τα παιδιά ευτυχισμένα, ανήσυχα και περίεργα.
Θα τα καταφέρουμε; Δεν ξέρω. Κάθε φορά όμως που βλέπω το συνάδελφο και τα παιδιά να βγαίνουν από την τάξη με χαμόγελο, είμαι σίγουρος ότι είμαστε ένα βήμα πιο κοντά.

Πηγή: Λευτέρης Παπαθανάσης 

Αγγίζω, σημαίνει υπάρχω!

Τη στιγμή που κανείς δεν θέλει να είναι μόνος, τη στιγμή που ο καθένας μας αισθάνεται την ανάγκη να συντροφεύεται, κάτι που μπορεί να μας φέρει κοντά μοιάζει ώρες ώρες απειλητικό.
Το άγγιγμα. Αυτή η κίνηση εγγύτητας και συντροφιάς, η σιωπηλή δήλωση συγκατάβασης, νοιαξίματος και φροντίδας φαίνεται να είναι ριψοκίνδυνη ακόμα και για τους πιο τολμηρούς.
Κάποτε μου είπε μια νεαρή κοπέλα, πως όταν αγκαλιάζω τη μητέρα μου ή το σύντροφό μου αισθάνομαι κάτι να συμβαίνει μέσα μου. Σαν κάτι να κινείται. Απροσδιόριστο, άπιαστο αλλά ονειρικό.
Τη στιγμή που βλέπουμε πως οι λέξεις που λέμε δεν συμβαδίζουν με τα μη λεκτικά μηνύματα που στέλνουμε, αντιλαμβανόμαστε ωστόσο πως το άγγιγμα συνηγορεί στο ευ ζην, μεταδίδει μηνύματα, ασκεί ουσιαστική επίδραση στην επικοινωνία και στις σχέσεις.
Το άγγιγμα, από τη στιγμή που γεννιόμαστε αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία επικοινωνίας και έκφρασης. Έρευνες αποδεικνύουν πια, χωρίς αντίρρηση, πως το άγγιγμα μεταξύ του βρέφους και της μητέρας του δεν αποτελεί μόνο μια απαραίτητη συνθήκη εδραίωσης ενός ασφαλούς δεσμού, αλλά πολύ περισσότερο το άγγιγμα από μόνο του είναι θεραπευτικό. Ναι, με τη στενή σημασία του όρου. Άλλωστε, θεραπεία τι σημαίνει; Η θεραπεία προκύπτει από το θερμός και το άπτω, συνεπώς δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ζεστό άγγιγμα. Και όσο συνδέουμε τη θεραπεία με την ιατρική τόσο ανακαλούμε εικόνες γιατρών να φορούν γάντια, μάσκες και οτιδήποτε άλλο προστατεύει από την επικινδυνότητα του αγγίγματος. Θα σκεφτεί κανείς πως η προστασία είναι ζητούμενο, αλλά τη στιγμή της οδύνης, του πόνου, της μοναξιάς τι είναι αυτό που θα μας ανακουφίσει;
Τα χέρια μπλέκονται, τα ακροδάχτυλα παιχνιδίζουν, οι παλάμες παλεύουν για το ποια θα επικρατήσει. Κρύβονται σε μια διάσταση τόσο προσωπική που αν τολμήσεις να την ψηλαφίσεις, έχασες. Κορμιά που λαχταρούν να αγγιχτούν, σάρκες που εκλιπαρούν να τις δαμάσεις. Χείλη διψασμένα για ένα άλλο ζευγάρι, αυτό που όταν το γευτείς, δεν θα’ ναι ξένο, θα ‘ναι γνώριμο, ή θα επιτρέψει να συστηθείτε μαζί σε μια καινούργια εμπειρία, αυτή της απόλυτης προσμονής. Της προσμονής για την ιδέα της απελευθέρωσης από κάθε τι που σε κρατάει πίσω, βάζοντας όρια που μόνο ο νους ελέγχει.
Αγγίζω σημαίνει έρχομαι κοντά. Σημαίνει γνωρίζω κάτι νέο, από μια άλλη διάσταση στην οποία ο φόβος ξεμακραίνει. Αγγίζω σημαίνει, σταματώ να βάζω όρια σε αυτό που γινόμαστε μαζί. Αγγίζω σημαίνει παρατάω τις ανησυχίες και γυμνός από κάθε αμφιβολία αφήνομαι. Όχι μόνο αφήνομαι σε σένα, αλλά αφήνομαι να με γνωρίσω καλύτερα. Αφήνομαι να μάθω πως μονάχος μου στερώ τη δύναμη της εγγύτητας. Αφήνομαι να ζήσω πλάι σου, έστω για μια στιγμή, δίχως ενοχές.
Άλλωστε, σχεδόν αντανακλαστικά έρχονται οι δεύτερες σκέψεις, που σαν δαιμόνια στέκουν έτοιμες να υψώσουν το δάχτυλο και σαν τη δασκάλα στο δημοτικό να σε μαλώσουν, γιατί επέτρεψες στον εαυτό σου να νιώσει πως είναι να μην είσαι μόνος.
Αγγίζω ένα βιβλίο και πριν το ξεφυλλίσω, νιώθω να διάβασα ήδη τον πρόλογό του. Κλείνω τα μάτια και αγγίζω ένα ρούχο και αισθάνομαι σαν να είναι έτοιμο να μου καλύψει μια ανάγκη που ποτέ πριν δεν είχα σκεφτεί, αλλά μόλις τη συνειδητοποίησα, κατάλαβα πως το κενό της ήταν ήδη εκεί.
Αγγίζω το σημείο που πονάω, για να επικοινωνήσω τη δυσφορία μου. Αγγίζω για να δηλώσω τη συμπαράστασή μου, τη συμπόνοια μου. Αγγίζω για να δείξω πως είμαι παρών. Αγγίζω σαν να μην χρειάζεται να συλλαβίσω ούτε μια λέξη ή αγγίζω επειδή δεν έχω λέξη να πω. Αγγίζω γιατί φοβάμαι να μιλήσω και έτσι σιγουρεύομαι πως θα καταλάβεις το μήνυμά μου. Αγγίζω γιατί διστάζω να σε κοιτάξω στα μάτια.
Σε αγγίζω και όσο πιο δυνατό είναι το άγγιγμά μου, τόσο δυνατότερο είναι αυτό που νιώθω για σένα. Έτσι θέλω να καταλάβεις.
Όχι, το άγγιγμα δεν υποκαθιστά τις λέξεις, ούτε είναι εκεί να υπονοήσει αυτά που θέλω να σου πω. Δεν είναι εκεί για να δώσει ήχο στα λόγια μου. Κάνει όμως θόρυβο. Εκκωφαντικό, όχι δυσάρεστο, αλλά δυνατό. Τόσο που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Μου επιτρέπει να γίνω σαφής, όσο σαφής νομίζω πως είμαι.
Σε αγγίζω και μαγικά το σώμα μου συνηγορεί στην ευεργετική διάσταση αυτής της στιγμής. Οι καρδιακοί παλμοί πέφτουν, εκκρίνεται ωκυτοκίνη, και οι ορμόνες του στρες μειώνονται.
Μια αγκαλιά από μόνη της είναι ευεργετική. Και αυτός που αγκαλιάζεται βιώνει ακριβώς τις ίδιες ευεργετικές ιδιότητες από αυτόν που αγκαλιάζει. Σαν να γίνεται δίκαιη μοιρασιά στο παιχνίδι. Δεν θα χάσεις, γιατί νικητής δεν υπάρχει. Και όσο το σκέφτομαι καλύτερα, δεν υπάρχει καν παιχνίδι. Όχι, δεν είναι παιχνίδι. Είναι ευκαιρία.
Και αν σκεφτεί κανείς, πως όσο είμαστε παιδιά αγγίζουμε και μας αγγίζουν περισσότερο, μάλλον κάτι πάει στραβά όσο μεγαλώνουμε.
Ναι, τα ξέρω αυτά για τους κοινωνικούς κανόνες, ή τις οδηγίες περί καλής συμπεριφοράς. Ξέρω επίσης πως το πολιτισμικό πλαίσιο μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικό για το άγγιγμα. Το άγγιγμα όμως μπορεί να γίνει ο κοινωνός σου, αυτό που θα βοηθήσει να μεταδώσεις ενσυναίσθηση, συμπόνια, παρηγοριά, ενθάρρυνση, υποστήριξη, φροντίδα, αγάπη. Και δεν φτάνει μόνο να τα νιώθεις, χρειάζεται να τα επικοινωνείς.

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2015/03/aggizw-shmainei-yparxw/#ixzz3WNAliyL3

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...